Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΗ ΦΡΙΚΤΑ ΕΡΩΤΙΚΗ ΤΡΙΛΟΓΙΑ


ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΗ ΦΡΙΚΤΑ ΕΡΩΤΙΚΗ ΤΡΙΛΟΓΙΑ

(Αφιερωμένο στην αδερφή μου που δεν γεννήθηκε ποτέ.)

ΠΡΟΣΩΠΑ:
Πατέρας.
Γυναίκα.
Νέος.
Τρεις μοιρολογήτρες.

Σκηνικό:
Ξενυχτώντας τον αυτόχειρα νεκρό νέο, που βρίσκεται σε ύπτια θέση  στο κέντρο της σκηνής.
Δυο σκαμνιά.
Ακαθόριστος χώρος.

Μουσική όπου πρωτοστατεί το Κόντρα Μπάσο με δοξάρι.

Αυλαία.

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ: Ο υιός μου ήτο  αρκετά επιρρεπής προς τας ακολασίας.
Νέος έμορφος αλλά πότης μέγας, καθώς επίσης χρήστης τοξικών ουσιών, μαστροπός, σπουδαίος χαρτοπαίχτης, παιδεραστής χυδαίος σχεδόν Σάτυρος και με έμφυτο μίσος δια την κοινωνία.
Τελικά απέθανε νέος και σχεδόν ευτυχισμένος, καθώς είχεν ερωτευθεί ολίγον πριν καταληφθεί από την μανία της αυτοχειρίας.
Αυτοκτόνησε, νέος και σχεδόν ευτυχισμένος,  γιατί είχε ερωτευθεί λίγο πριν τον πιάσει η μανία της αυτοχειρίας.

Α΄ Μοιρολογήτρα:  Θύμισες χαμένες στον χρόνο, σαν ατίθασα καταπράσινα άλογα που τρέχουν στο λευκό χόρτο των λόφων, σαν πνοή που γυρνά και λαβώνει το παρελθόν, σαν τις θύμισες της γένεσης, πράξη ματαιοπονίας και θανάτου τελικά.

Β΄ Μοιρολογήτρα: Τα παγωμένα νερά και εκείνη η Άνοιξη έδειχναν καθαρά πως είχαν κάτι άλλο, κάτι θανατηφόρο, να φέρουν.
Έτσι μια δροσερή βραδιά τ΄ Απρίλη αντήχησε το κλάμα, μέσα στη νύχτα, κλάμα νεογέννητου, που χίλιες συμφωνικές δεν θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν, αυτή την γλυκιά, την ανυπέρβλητη μελωδία.

Γ΄ Μοιρολογήτρα:  Ήταν την εποχή, που το ίδιο βράδυ, κάποιος κύριος, νεκρός σχεδόν και με ένα ζευγάρι υπέροχες χειροπέδες οδήγησε σε μακρινό νησί εξορίας τον άνθρωπο που ποτέ δεν είδε έναν υπέροχο ιμπρεσσιονιστικό πίνακα. Τον άνθρωπο που ποτέ δεν έφυγε από το χωράφι του για λόγους διασκέδασης.
Ένας κύριος λοιπόν, σχεδόν παρασημοφορεμένος, με ένα ζευγάρι υπέροχες χειροπέδες, το ίδιο βράδυ τ’  Απρίλη που αντήχησε το κλάμα του μωρού, πρώτη φορά, μέσα στη νύχτα.

(Η μουσική αλλάζει τα πάντα, οι μοιρολογήτρες ως κορυφαίες αρχαίας τραγωδίας, συμμετέχουν σε χορογραφία αυτοσχεδιασμού.) 

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Νόμιζες πως δεν έφτανε λίγη ομίχλη.
Νόμιζες πως λίγο σκοτάδι και μια φιγούρα γυναίκας δεν ήταν αρκετά. Νόμιζες.
Μα τα νερά καθώς σε μαύρα κύματα σε έπεισαν. Μα τα νερά…….
Απόλυτα ήσυχα, γλυκοφιλώντας τους γοφούς, κάτω από την φούστα, αγγίζοντας την ήβη με τα ακροδάκτυλα …. Κι έπειτα τα χείλη! ‘Α! Τα βελούδινα χείλη, τα γυναικεία, πόσο την αντρική σου ορμή καταλάγιασαν! Πόσο εύκολα λίγες λέξεις γυναικείες, συντροφικές σε έπεισαν!
Τα βράδια εκείνα, και τα επόμενα δεν έφυγες για το στερνό σου ταξίδι καθώς υπολόγιζες.
Κι όμως, έλεγες, πως τότε παλιά, κείνο το βράδυ τ’ Απρίλη που γεννήθηκες και έκλαιγες, σχεδόν το είχες πάρει απόφαση πως θα γινόσουν αναχωρητής……
Μεσολάβησαν βέβαια, τα καταπράσινα λιβάδια, οι φυσικές τροφές το χαμόγελο της μάνας –στην αρχή- τα μουσεία οι μουσικοί και τα εξωπραγματικά σχέδιά σου για το μέλλον  - αργότερα.
Μα όμως ήσουν σίγουρος πως το ‘χες πάρει πια απόφαση, τουλάχιστον, έτσι νόμιζες ή καλύτερα έτσι ήθελες.
Εξάλλου και το τελευταίο σου βράδυ, νόμιζες πως δεν έφτανε λίγη ομίχλη.
Νόμιζες πως λίγο σκοτάδι και μια φιγούρα γυναίκας δεν ήταν αρκετά για να σε μεταπείσουν, πολύ περισσότερο πίστευες, πως η παράσταση και τα χρώματα του πίνακα δεν θα σε μετέπειθαν – κι όμως – είναι σχεδόν απίθανο, το γκρι άσπρο της ομίχλης έτσι καθώς μπερδεύεται με ένα αχνό πορτοκαλί απ’ την πανσέληνο.
Κι εσύ, μ’ εκείνο που πάντοτε ονειρεύτηκες, στο πλευρό σου, στα θεμέλια ενός κτηρίου, πάνω στο πλακόστρωτο να βογκάς σαν τον αυτόχειρα που τον ανασύρουν με την βία στην επιφάνεια για να τον πείσουν τελικά και σαν παιδί με το κεφάλι σκυμμένο να σιγομουρμουρίσει,  «η ζωή δεν τελειώνει εδώ…».


Δεν έχουν τελειωμό τα μάτια σου.
Να ‘σαι άραγε δώρο από τον ουρανό ή κατάσταση μέθης επίγειας;
Μην κάνεις την καρδιά σου να τρέμει, ας μην κάνουμε τις καρδιές μας να τρέμουν.
Δεν έχουν τελειωμό τα μάτια σου, έτσι δεν σκέφτηκες;

(Η μουσική κάνει παύση το σκηνικό παγώνει.)

ΝΕΟΣ: Και την επόμενη στιγμή το κορμί που σπαρταράει… κι έπειτα το κουράγιο που στο ‘κλεψα όλο, μια νύχτα, που σεκλέτης άγγιξα τα μαλλιά σου, σχεδόν ασυναίσθητα, σχεδόν σαν κάτι να μου έλεγε:
-Αυτό σου λείπει…….
-Δεν έχουν τελειωμό τα μάτια σου, έτσι δεν είπα;
Κι έπειτα εκείνο το χαμόγελο το σαν απ’ αρχαίο…….

( Μουσική επανέρχεται, ο πατέρας και η γυναίκα κάθονται στα σκαμνιά. Πίσω του οι μοιρολογήτρες σαν Καρυάτιδες, ο νέος σηκώνεται ερμηνεύει υπό τους τόνους της μουσικής).
  
Κι έπειτα κείνο το χαμόγελο μέσα στο γκρίζο πρωί. Χωμένος στα τρίσβαθα ενός νεοκλασικού καφενείου με τους μεγάλους καθρέφτες στις μεσοκολώνες και τους τοίχους, με τους φαλακρούς γλόμπους του ηλεκτρικού και το πρόσωπό σου, αντικατοπτρισμός, σε χιλιάδες μέσ’ τους καθρέφτες αντίγραφα, κι έπειτα, κείνο το χαμόγελο μέσ’ τους καθρέφτες με τις υπέροχες κορνίζες, κάδρα στους τοίχους και τις μεσοκολώνες.
        Και το χιόνι, στο βάθος του ορίζοντα, μοιάζει να κοκκινίζει στην κορφή του βουνού, όπως κόκκινη η πληγή, η πληγή που δεν έκλεισε ποτές. Η πληγή που ποτέ Δε θα κλείσει, στα χείλη σου, στην ψυχή μου, στα πόδια του μικρού πρόσφυγα από την Αλβανία, του μικρού πρόσφυγα της Ινδοκίνας, της Αφρικής και της Κύπρου.
Τούτη τη θανάσιμη πρωτοχρονιά του δυο χιλιάδες ένα, τούτη την πρωτοχρονιά που είδα εκατομμύρια πεινασμένους και άστεγους να ζητιανεύουν ζωή και ξαφνικά διαπίστωσα πως, όλοι αυτοί είχαν το δικό μου πρόσωπο τη δική μου φωνή, σαν σε όνειρο, ως που ένας εργάτης ορυχείων κατάμαυρος από την καρβουνόσκονη και με τα πνευμόνια του σάπια μου φώναξε:
-Όλοι αυτοί είσαι εσύ, όλοι αυτοί είμαστε εμείς.
Και έτσι δεν αφέθηκα να πεθάνω σιγά – σιγά στο βάθος ενός νεοκλασικού καφενείου με τους τεράστιους καθρέπτες στους τοίχους και στις μεσοκολώνες με τους φθορίζοντες φαλακρούς γλόμπους τους κρεμασμένους από το ταβάνι.
Καθώς το χιόνι φαινόταν να κοκκινίζει οριστικά πια στην κορφή του βουνού στο βάθος του ορίζοντα.
Καθώς φεύγοντας, ένα δάκρυ κι ένα νόμισμα, μείνανε πάνω στο μαρμάρινο τραπέζι, κάνοντάς με να πιστέψω πως έτσι, ξεπλήρωνα πια, ένα παλιό μου χρέος.

(Ο Νέος ξαπλώνει στην αρχική του θέση, ακινησία, ο νέος σε ύπτια θέση αναλήπτεται στα υπέρσκηνα, η μουσική και ο φωτισμός σιγά - σιγά χάνονται μαζί του.)



Τέλος.
                                                                             Νίκος Ζώης
18| 4 | 2001